«Ιστορία του Βιασμού: 16ος-20ος αιώνας» : μια ματιά στο έργο του Georges Vigarello.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ


Γράφει η Μητροπούλου Χριστίνα*

Στο ομώνυμο έργο του, ο Βιγκαρελλό αναφέρεται στην γαλλική κοινωνία από τον 16ο αιώνα έως και την σύγχρονη εποχή του, τον 21ο αιώνα. Περιγράφει μέσω πληθώρας περιστατικών την αντίληψη του φαινομένου αυτού καθ’ εαυτού, της ποινικοποίησής των ιθυνόντων και της αντιμετώπισης των θυμάτων από την σκοπιά της νομοθεσίας και από αυτή της κοινής γνώμης. 

            Ο συγγραφέας ξεκινά από την περίοδο του Παλαιού Καθεστώτος και προχωρά στην σύγχρονη εποχή. Αρχικά, η έννοια του βιασμού δεν ήταν εξ αρχής η πρώτη λέξη που χρησιμοποιούταν για να περιγραφεί αυτή την κατάσταση. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη ανεξαρτησίας των γυναικών, ήταν διαδεδομένος ο όρος της απαγωγής (rapt), με την οποία δηλωνόταν η προϋπάρχουσα κατοχή των γυναικών από αρσενικά μέλη της οικογένειας, τις οποίες ένα τρίτο άτομο προσπαθεί βίαια να κάνει δικά του κτήματα. Επομένως, η σεξουαλική παραβίαση την εποχή του Παλαιού Καθεστώτος διέθετε το στοιχείο της ιδιοποίησης και του σφετερισμού, δεν είχε μόνο σεξουαλικό χαρακτήρα, αλλά προσπαθούσε να εξουσιάσει το θύμα.

Ξεκινώντας από τον 16ο αιώνα, η προκατάληψη έναντι των θυμάτων έχει μεγάλη δυναμική. Η θυματοποίηση, συνδυαστικά με την έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο των θυμάτων και την αδυναμία υπεράσπισης του εαυτού τους, είναι μονόδρομος και μεταφράζει την στάση του θύματος σε ηθελημένη παραίτησή του απέναντι στον δράστη. Οι δηλώσεις του Ρουσσώ [«Η φύση έχει εφοδιάσει και τον πιο αδύναμο με όση δύναμη χρειάζεται για να αντισταθεί όποτε το θελήσει» (βλ. J. J. Rousseau, Émile ou De L’éducation, 1762, Garnier, Παρίσι 1951, σ. 448)] και του Βολταίρου σχεδόν πάντα τραβούσαν την προσοχή, υποστηρίζοντας πάντα την ηθελημένη παραίτηση του θύματος και το ότι ενέπιπτε στον πειρασμό της πράξης που είχε ακούσια υποβληθεί. Η δυσπιστία ήταν έντονη, καθώς η απουσία εμφανών σωματικών τραυμάτων των θυμάτων ή καταστροφών στο εξωτερικό περιβάλλον όπου έλαβε χώρα η παραβιαστική πράξη δεν έκανε πιστευτές τις μαρτυρίες των θυμάτων ή και των μαρτύρων, αν υπήρχαν. Ο Βιγκαρελλό τονίζει ότι γίνεται μια έντονη προσπάθεια διάρρηξης του δεσμού που θεωρείται ότι υπάρχει μεταξύ του ατόμου και των πράξεών του, εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν συμμετέχει συνειδητά πάντα σε ό,τι αυτό κάνει ή σε ό,τι αυτό υποβάλλεται.

            Γενικότερα όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, επί της προαναφερθείσας εποχής κυριαρχεί μια αδιαφορία, μια απάθεια, ειδικά αν το θύμα ήταν ενήλικο, για την απόδοση ευθυνών στους δράστες, ακόμα και για την ίδια την διαδικασία της εκδίκασης του περιστατικού. Πολύ συχνά, ο νόμος προέβλεπε πολύ αυστηρές ποινές για τους δράστες, όπως για παράδειγμα την αγχόνη, το μαστίγωμα, όμως αυτές δεν εφαρμόζονταν με συνέπεια, είτε επειδή οι δικαστές τις θεωρούσαν πολύ ωμές, είτε επειδή έκριναν ότι απουσιάζουν τα αναγκαία οικονομικά μέσα. Ενδιαφέρουσα η κριτική του Φουκώ επ’ αυτού, ο οποίος υποστηρίζει ότι το κράτος διαθέτει ένα «οπλοστάσιο τρόμου» μέσω αυτών των ποινών και προσπαθεί μέσω του εκφοβισμού να εγκαταστήσει τον σεβασμό στο νόμο. Σταδιακά οι ποινές αυτές εφαρμόζονταν όλο και λιγότερο, όμως η νέα Αυτοκρατορία επανέφερε κάποια μαρτύρια για τους δράστες προκειμένου να διατηρηθεί ο φόβος απέναντι στο σύστημα δικαιοσύνης.

Παρ΄ όλ’ αυτά, οι ποινές αυτές σπάνια εφαρμόζονταν, ενώ ενυπήρχε στην απόδοσή τους το ταξικό στοιχείο και το δίκτυο γνωριμιών των θυτών. Αναφορικά με το πρώτο, βλέπε την χρηματική αποζημίωση που επιβαλλόταν στους οικονομικά άνετους θύτες και στο μαστίγωμα που επιβαλλόταν στους φτωχότερους, ενώ το δίκτυο γνωριμιών μπορεί να μην έκρινε καθόλου κατακριτέο τον βιασμό που διαπράχθηκε. Για παράδειγμα, ο Μυγιάρ ντε Βουγκλάν το 1757 δηλώνει ότι «ο βιασμός μπορεί να διαπραχθεί σε βάρος κάθε είδους ατόμων τού εν λόγω φύλου…Τιμωρείται με μεγαλύτερη ή μικρότερη αυστηρότητα ανάλογα με τη θέση τους».

            Ο βιασμός όμως γίνεται περισσότερο βαρυσήμαντος όταν το θύμα διαθέτει αυξημένη ευαλωτότητα, όπως ένα παιδί. Ακόμα και αυτό όμως γινόταν αντιληπτό από την σκοπιά του γάμου, και όχι από την προστασία των ανήλικων ατόμων, όπως πολύ θα θέλαμε να δούμε ότι υπήρχε. Η περίπτωση του ανήλικου θύματος ήταν μεγίστης προσοχής διότι κατά τον Φερριέρ («Λεξικό του Δικαίου του 1749»), «η παρθενία είναι το στολίδι των ηθών, η αγιότητα των δύο φύλων, η ειρήνη των οικογενειών και η πηγή της πιο μεγάλης φιλίας», δεδομένης της υποχρεωτικής ύπαρξης παρθενίας για τον γάμο του κοριτσιού, η ύπαρξη της οποίας επίσης καθόριζε την κοινωνική της θέση.

            Διαχρονικά, παρατηρείται μία πρόοδος ως προς την αύξηση των μηνύσεων και των δικαστηρίων για βιασμό. Ο στιγματισμός όμως εξακολουθεί να παρίσταται και να οδηγεί στον διαχωρισμό μεταξύ «αγνών» και «μη αγνών» γυναικών και στην μετέπειτα κοινωνική θέση του θύματος, όπου βάσει της τελευταίας το θύμα δικαιούται ή όχι να κατηγορήσει τον θύτη. Η βία σεξουαλικού περιεχομένου δεν είναι εντελώς αποσαφηνισμένη ακόμα, αφού δίνεται περισσότερη προσοχή στα εμφανή / εξωτερικά σημάδια βίας.

            Μεγαλύτερης δυναμικής κίνηση αποτέλεσε η ρήση του Σεγιές στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία βρίσκεται ως προοίμιο στο Σύνταγμα της 20ης Ιουλίου 1789:  «Κάθε άνθρωπος είναι ο μόνος κύριος του εαυτού του και η κυριότητα αυτή είναι αναπαλλοτρίωτη». Με αυτή την δήλωση, στρέφεται το ενδιαφέρον στο θύμα, που φέρει τα τραύματα του περιστατικού που βίωσε, και ο ίδιος ο βιασμός αναγνωρίζεται περισσότερο. Στον ποινικό κώδικα του 1791, το μέγεθος της προσβολής του βιασμού καθορίζει την βαρύτητά του και τον διακρίνει σαν φαινόμενο από την κλοπή και την απαγωγή, ενώ ταυτόχρονα αναδύεται ο όρος «βιασμός». 

            Στην εκπνοή του 19ου αιώνα, με την εννοιοδότηση του βιασμού, συντελείται η μεγαλύτερη έως τότε εξέλιξη. Στο περιεχόμενό της βρίσκεται και η σωματική και η ηθική βλάβη του θύματος, ενώ ταυτόχρονα έχουν διαχωριστεί οι έννοιες του εκβιασμού, της απειλής και του αιφνιδιασμού. Η ψυχολογία, επίσης, δρα περισσότερο δυναμικά μέσω της μελέτης της ατομικής βούλησης, της διαστροφής, της διαφοροποίησης μεταξύ βιασμού ενήλικου και ανήλικου. Ακολουθεί η ανάδυση ως νέου επιστημονικού αντικειμένου της ανάλυσης συμπεριφορικών προτύπων των δραστών. Συνάμα, η σύνταξη πραγματογνωμοσύνης στην ιατροδικαστική εξέταση γίνεται αναγκαία.

            Το έργο του Βιγκαρελλό είναι μία καλή αφορμή για προβληματισμό σχετικά με τις αντιλήψεις επί του φαινομένου του βιασμού. Δυστυχώς παρατηρείται μια ιστορική ανθεκτικότητα του φαινομένου, της θυματοποίησης, του στιγματισμού και γενικώς αρκετά κοινά του παρελθόντος με το σύγχρονο παρόν, όπως οι ανεπαρκείς εκδικάσεις περιστατικών βιασμού, τα δίκτυα γνωριμιών των δραστών και άλλα. Η ολοένα και μεγαλύτερη κοινοποίηση γνώσης σχετικά με αυτό το αντικείμενο είναι σε θέση να διαφωτίσει πρώτα-πρώτα περισσότερα τα άτομα γι’ αυτό, δευτερευόντως να τα κινητοποιήσει ώστε να ασκήσουν μεγαλύτερες πιέσεις στους κρατικούς, και μη, μοχλούς, οι οποίοι, για παράδειγμα, μέσω ανεπαρκούς νομοθεσίας αφήνουν τα θύματα απροστάτευτα και κανονικοποιούν την θυματοποίηση, ενώ καταδικάζουν την κατοχή των βασικών τους δικαιωμάτων, όπως τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση. Όσο οι κοινωνικές επιταγές περί θέσης της γυναίκας και οι νομικές κυρώσεις των δραστών περιθωριοποιούν όλο και περισσότερο τις θηλυκότητες, μέσω αυτών των πιέσεων, που θεωρείται αναγκαίο να ασκούνται, συνεισφέρουμε στην απελευθέρωση κι άλλων ατόμων από έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της ελευθερίας, την πατριαρχία και το παραβιαστικό της χέρι.

Πηγές: Vigarello, Georges (1985), Ιστορία του Βιασμού, 16ος – 20ος αιώνας (μετάφραση: Λία Βουτσοπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2001).

Ονομάζομαι Μητροπούλου Χριστίνα, φοιτήτρια Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και έχω προσωπικό, πέρα από επιστημονικό, ενδιαφέρον για τις κοινωνικές ανισότητες, έμφυλες, φυλετικές και άλλες. Προσωπικός μου στόχος: η μεγαλύτερη επίγνωση από μεριάς μου των πτυχών διαφόρων κοινωνικών ανισοτήτων, της αναποτελεσματικότητας φορέων της εξομάλυνσής τους και ο διαμοιρασμός των πληροφοριών.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *