Συναισθηματική κακοποίηση: μια μεταμφιεσμένη μορφή βίας.*

Γράφει η Ελένη Καλαϊτζίδη, Ψυχολόγος.

Η βία αποτελεί ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο που εκτυλίσσεται σε διάφορα πλαίσια και δεν κάνει εξαιρέσεις στις πληθυσμιακές ομάδες. Ως επί το πλείστων όμως, αρκετά χρόνια τώρα τα παιδιά και οι γυναίκες συνεχίζουν να δέχονται κακοποιητικές συμπεριφορές ως απόρροια της πεποίθησης ότι αποτελούν μια αδύναμη μερίδα του πληθυσμού. Η κακοποίηση αυτή αποσκοπεί στην άσκηση εξουσίας και ελέγχου, συναισθήματα που ο πληγωμένος εγωισμός του ανθρώπου μανιωδώς αναζητά. 

Οι γυναίκες αποτελούν μια πληθυσμιακή ομάδα ιδιαίτερα πληγωμένη με βαριά ιστορία κακοποίησης, υποτίμησης και βίας. Η σωματική κακοποίηση αποτελούσε καθημερινό φαινόμενο στην ζωή μιας γυναίκας και εξακολουθεί να αποτελεί σε ορισμένες χώρες και πολιτισμούς. Στην πλειονότητα των χωρών της Δύσης η σωματική κακοποίηση καταδικάζεται και τιμωρείται από την κοινωνία και το θεσμικό της πλαίσιο, παρόλο αυτά συνεχίζει να απασχολεί την κοινή γνώμη, με τα περιστατικά κακοποίησης να αποτελούν πρώτο θέμα. Γυναίκες που υφίστανται κακοποίηση στην προσπάθεια τους να καταγγείλουν το εν λόγω περιστατικό ανεβαίνουν έναν γολγοθά δυσπιστίας, ανάγκης τεκμηρίων και σωματικών αποδείξεων, κατακραυγής, θυματοποίησης ενώ παράλληλα βιώνουν και το δικό τους εσωτερικό μαρτύριο. Μια μορφή κακοποίησης που είναι πολύ δύσκολο να αναγνωριστεί και να καταδικαστεί λόγω της άγνοιας, της έλλειψης ενημέρωσης και της έλλειψης σωματικών ενδείξεων, είναι η συναισθηματική κακοποίηση. 

Η συναισθηματική κακοποίηση έχει τις ρίζες της στις προσπάθειες του δράστη να αποκτήσει έλεγχο και εξουσία. Αποτελεί ένα ‘’χρόνιο σύνδρομο’’ του οποίου τα χαρακτηριστικά δεν είναι διακριτά επεισόδια σωματικής βίας ( Faver & Strand, 2007). Αφορά πράξεις επαναλαμβανόμενης κριτικής ή λεκτικής επιθετικότητας προς έναν σύντροφο ή και πράξεις απομόνωσης και κυριαρχίας. Σκοπό έχουν να προκαλέσουν φόβο στην σύντροφο και μείωση της αυτοεκτίμησης της. Πολύ σημαντικό είναι να τονιστεί ότι τις περισσότερες φορές η συναισθηματική κακοποίηση συνοδεύει την σωματική βία, καθώς όπως δείχνουν και έρευνες οι πλειοψηφία των γυναικών ανέφεραν σωματική κακοποίηση με ιστορικό συναισθηματικής  (Henning & Klesges, 2003).  Συχνά οι βίαιοι σύντροφοι χρησιμοποιούν καταναγκαστική δύναμη όπως απειλές για σοβαρή σωματική βλάβη αλλά και λεκτικές επιθέσεις που αποσκοπούν στον έλεγχο του αποδέκτη. Με αυτόν τον τρόπο το θύμα πείθεται ότι δεν αξίζει και έτσι παραμένει υπό τον έλεγχο του κακοποιητή. Μορφή συναισθηματικής κακοποίησης αποτελεί και η απομόνωση είτε κοινωνική είτε οικονομική με σκοπό την απομόνωση του θύματος από τα συστήματα κοινωνικής υποστήριξης. Όλα αυτά έχουν επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανεξαρτησία τους και μειώνουν την ικανότητα τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση που βιώνουν. Επίσης η ζήλια και η κτητικότατα όταν υπάρχουν σε καταχρηστικό βαθμό, αποτελούν και αυτές σοβαρές ενδείξεις συναισθηματικής κακοποίησης. Η ζήλια οδηγεί σε συμπεριφορές ελέγχου, όπως όσον αφορά το ντύσιμο της γυναίκας αλλά και τον περιορισμό των επαφών και συναναστροφών της. Πολλές κακοποιημένες γυναίκες επίσης ανέφεραν λεκτικές απειλές βλάβης ή βασανιστηρίων, είτε για τις ίδιες, είτε για αγαπημένα τους πρόσωπα ακόμα και για τα παιδιά τους αλλά και πραγματοποιούσαν απειλές καταστροφής των προσωπικών τους αντικειμένων. Οι κακοποιητικοί σύντροφοι συχνά απειλούν ότι θα χωρίσουν ή θα εγκαταλείψουν την σύντροφο αν δεν συμμορφωθεί με τις επιθυμίες τους, λειτουργώντας με εκβιαστικό τρόπο (Follingstand et al.,1990). 

Οι γυναίκες που κακοποιούνται με αυτό τον τρόπο βιώνουν ένα σταθερό μοτίβο αρνητικής ανατροφοδότησης αγνοώντας συχνά την καταχρηστική φύση μιας τέτοιας συμπεριφοράς και συχνά αντιδρούν σε αυτή με απόγνωση, σύγχυση, θλίψη και μοναξιά. Αυτό το μοτίβο ενισχύει τον κύκλο της βίας που υφίστανται, κρατώντας τες παγιδευμένες σε μια τέτοια σχέση. Το πρώτο βήμα να σπάσει το σπιράλ της κακοποίησης, είναι η συνειδητοποίηση της γυναίκας ότι έχει αλλάξει σημαντικά με την πάροδο του χρόνου και να αναζητήσει στήριξη και ψυχική ενδυνάμωση προκειμένου να φύγει και να αποδεσμευτεί συναισθηματικά από τον κακοποιητή ( Lammers et al.,2005). 

Τέλος, αξίζει να τονιστεί η σοβαρότητα της συναισθηματικής βίας καθώς ο αυτουργός επιλέγει ως όπλα του τα συναισθήματα και την υποταγή του άλλου ατόμου. Αποτελεί μια μεταμφιεσμένη μορφή κακοποίησης που στον βωμό του έρωτα και του πάθους συχνά μπερδεύεται και θεωρείται αποδεκτή. Άλλωστε η άποψη ότι ο έρωτας πρέπει να είναι θυελλώδεις και με εντάσεις υπάρχει βαθιά ριζωμένη στις αντιλήψεις ιδιαίτερα πολλών νέων ατόμων. Επομένως τα όρια της συναισθηματικής κακοποίησης δεν αναγνωρίζονται επαρκώς και μεταφράζονται λανθασμένα.

Faver, C. A., & Strand, E. B. (2007). Fear, guilt, and grief: Harm to pets and the emotional abuse of women. Journal of Emotional Abuse7(1), 51–70. https://doi.org/10.1300/j135v07n01_04

Follingstad, D. R., Rutledge, L. L., Berg, B. J., Hause, E. S., & Polek, D. S. (1990). The role of emotional abuse in physically abusive relationships. Journal of Family Violence5(2), 107–120. https://doi.org/10.1007/bf00978514

Henning, K., & Klesges, L. M. (2003). Prevalence and characteristics of psychological abuse reported by court-involved battered women. Journal of Interpersonal Violence18(8), 857–871. https://doi.org/10.1177/0886260503253878

Lammers, M., Ritchie, J., & Robertson, N. (2005). Women’s experience of emotional abuse in intimate relationships. Journal of Emotional Abuse5(1), 29–64. 

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.